ἀριστερός

ἀριστερός
Grammatical information: adj.
Meaning: `left' (Il.).
Derivatives: a plant ἀριστερεών (Plin.) = περιστερεών (reshaped after this form?); s. Strömberg Pflanzennamen 153.251f.; not related to `left'?
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: With the contrast marking suffix -τερο-. One mostly assumes connection with ἄρισ-τος . - There are different opinions as to the question which side was favorable and which not; cf. Lat. sinister, OHG winister, aw. vairyastāra- `left' (old euphemism?). Chantr. Gedenkschr. Kretschmer 1, 61-9. J. Cuillandre La droite et la gauche dans les poèmes homériques. Paris 1944. - Differently, Georgacas Glotta 36 (1958) 114f.; to Av. vairyastāra-).
Page in Frisk: 1,139-140

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αριστερός, -ή — και ά, ό επίρρ. ά 1. αυτός που βρίσκεται στο μισό του ανθρώπινου σώματος όπου υπάρχει η καρδιά: Χτύπησα το αριστερό μου χέρι, πόδι κτλ. 2. αυτός που βρίσκεται στο αριστερό χέρι εκείνου που βλέπει: Καθώς πήγαινα τον είδα να στέκεται στο αριστερό… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀριστερός — left masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αριστερός — ή, ό (AM ἀριστερός, ά, όν) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο μισό μέρος του ανθρώπινου σώματος, που ορίζεται με μία νοητή από κορυφής κάθετη γραμμή και στο οποίο γίνονται αισθητοί οι παλμοί της καρδιάς, ο ζερβός (αντίθετο: δεξιός) 2. αυτός που …   Dictionary of Greek

  • αριστερός — [аристэрос] εκ. левый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀριστερά — ἀριστερός left neut nom/voc/acc pl ἀριστερά̱ , ἀριστερός left fem nom/voc/acc dual ἀριστερά̱ , ἀριστερός left fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀριστερωτέρων — ἀριστερός left fem gen comp pl ἀριστερός left masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀριστερῶν — ἀριστερός left fem gen pl ἀριστερός left masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀριστερόν — ἀριστερός left masc acc sg ἀριστερός left neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀριστερώτατον — ἀριστερός left masc acc superl sg ἀριστερός left neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αριστερίζω — [αριστερός] αποκλίνω προς τα αριστερά, ακολουθώ αριστερές πολιτικές ιδέες και κοινωνιολογικές αρχές …   Dictionary of Greek

  • ἀριστεραῖς — ἀριστερός left fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.